O Τσίτσο που τον λέγαμε Τσίκο

Facebooktwittergoogle_plusmail

chicho

Κανονικά, εδώ θα έπρεπε να βρίσκεται ένα κείμενο με αναφορά στην επικείμενη έναρξη της ποδοσφαιρικής σεζόν 2019-20. Ήρθε ο Ντε Γιονγκ, ήρθε ο Αντουάν, μαδάμε τη μαργαρίτα για τον Νέιμαρ και μετράμε αντίστροφα για την πρεμιέρα με την Αθλέτικ Μπιλμπάο. Ωστόσο, μας πρόλαβε το φευγιό του Τσίτσο (Τσίκο για τους Έλληνες σπορκάστερ της εποχής και ισχύει πάντα το… έτσι μας το είπαν, έτσι σας το λέμε) Σιμπίλιο.

Όταν φεύγουν αυτοί οι άνθρωποι, νιώθω ότι κάποιος επιτίθεται στα παιδικά μας χρόνια. Όλοι εμείς που γεννηθήκαμε στα τέλη των 70′s, πήραμε την πρώτη… μυρωδιά από μπάσκετ εκεί γύρω στο 1985 και αναμφίβολα, σταθήκαμε τυχεροί που ζήσαμε την… έκρηξη του αθλήματος στην Ελλάδα μετά από τον θρίαμβο του 1987. Κατά κύριο λόγο, μέσα από τις μάχες του Άρη με τα μεγαθήρια της Ευρώπης και μέσα από τα παιχνίδια της Εθνικής Ελλάδας, γνωρίσαμε τους μεγάλους παίκτες από το εξωτερικό. Πόσοι θρύλοι του μπάσκετ πέρασαν από τα παιδικά μάτια μας, που προσπαθούσαμε μετά να τους… μιμηθούμε στην μπασκέτα του σχολείου ή της γειτονιάς (κάποιοι τυχεροί είχαμε και στο σπίτι…);

Δίπλα στους δικούς μας ‘Ελληνες σούπερ ήρωες με πρώτο τον Νίκο Γκάλη, ήρθαν και οι ξένοι. Εντελώς πρόχειρα, τα παιδιά της εποχής απόλαυσαν και Μπομπ Μάκαντου και Μάικ Ντ’ Αντόνι και Ρισάρ Ντακουρί και Ντίνο Μενεγκίν και Άρβιντας Σαμπόνις και Ντράζεν Πέτροβιτς και Οσκάρ Σμιντ (πόσους ξεχνάω άραγε ο… ιερόσυλος) και φυσικά εκείνη τη σπουδαία ομάδα της Μπάρσα. Που μπορεί να μην κατέκτησε Κύπελλο Πρωταθλητριών, όμως συνέλεξε τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά τρόπαια, κυριάρχησε στο ισπανικό πρωτάθλημα και πάνω από όλα, έπαιξε όμορφο μπάσκετ.

Όταν είσαι πιτσιρικάς, χρειάζεται κάποιος μεγαλύτερος να σου μαθαίνει πράγματα για το παιχνίδι. Αυτό βοηθάει στο να καταλάβεις πιο γρήγορα τι βλέπεις και πώς να το βλέπεις. Σπουδαίος δημιουργός ο Σολοθάμπαλ, πολυβόλο ο Σαν Επιφάνιο, εργαλείο ο Χιμένεθ, θηρίο ο Νόρις κάτω από τα καλάθια (ήρθε και στα μέρη μας αργότερα), αλλά… «Αντώνη κοίτα τον Σιμπίλιο. Τα κάνει όλα μέσα στο γήπεδο, παιχνίδι κοντά στο καλάθι και με πλάτη και με πρόσωπο, σουτ από κοντινή, μέση αλλά και μακρινή απόσταση αν χρειαστεί, παίρνει ριμπάουντ, είναι γρήγορος, αλτικός, μιλάμε για πλήρη παίκτη».

Αυτά μου είπαν και έδωσα προσοχή στον Σιμπίλιο. Πήγα να τον…. μισήσω όταν το 1987 η Ισπανία μάς… πάτησε κάτω στο Ευρωμπάσκετ, ευτυχώς χωρίς συνέπειες για την Εθνική Ελλάδας όπως αποδείχτηκε στην πορεία, αλλά δεν τρέχει τίποτα. Πώς να μισήσεις τον Τσίτσο, με το αέρινο στυλ, αυτόν που λειτούργησε ως… προφήτης και έδειξε σε όλους μας πώς θα είναι ο φόργουορντ του μέλλοντος;

Η τελευταία ανάμνηση που έχω στο μυαλό μου είναι η φανέλα του. Την είδα στο Καμπ Νόου, στο μουσείο της Μπάρσα, πριν από μερικά χρόνια και με το που την αντίκρισα, οι παιδικές εικόνες άρχισαν να κάνουν παρέλαση. Για το ποιος ήταν ο Τσίτσο και την αξία του, υπάρχουν κείμενα από δημοσιογράφους πολύ πιο αρμόδιους να εκφέρουν γνώμη: Ενδεικτικά αναφέρω εκείνα του Βασίλη Σκουντή και του Γιάννη Φιλέρη, που αξίζουν και με το παραπάνω να διαβαστούν, ειδικά από τους νεότερους, οι οποίοι δεν πρόλαβαν τον Τσίτσο να παίζει.

Γεια σου Τσίτσο, όλα τα παραπάνω δεν είναι ένα αφιέρωμα επειδή μας άφησες. Είναι ένα ευχαριστώ από τα παιδιά του τότε, που πλέον έχουν… καβατζάρει τα 40, για τις ωραίες στιγμές που τους χάρισες. Ξέρεις, για τα παιδιά, οι σούπερ ήρωες δεν γερνούν ποτέ ούτε πεθαίνουν. Και για να μην υπάρχει καμία παράλειψη, οι φίλοι της Μπάρσα σου χρωστάμε ένα έξτρα μπλαουγκράνα ευχαριστώ, για την προσφορά σου στον αγαπημένο μας σύλλογο.